-Ρε τι κασμίρ μου τσαμπουνάς
αυτό είναι λινάτσα,
τα μαύρα σου τα χάλια σου
γελά όλη η πιάτσα.
Ίδιο και απαράλαχτο
σαν τούτο εδώ μπροστά μου
είχε τραπεζομάντηλο
παλιά και η γιαγιά μου.
Πάγωσε. Σκέφτηκε να πει
-μα που να βρει το μπόι-
στον οίκο αυτόν πως ράβεται
και το δικό του σόι.
Πριν λίγο του ‘πε καθαρά,
τον έχει εκνευρίσει,
γι’ αυτό γελάει νευρικά
φοβάται μην τον βρίσει.
Στο ότι ουσιαστικά
τον είχε πει μ@@@@α
αντέδρασε μ’ ένα σαχλό
πως κάνουν τάχα πλάκα
Μα αφού πολλοί του είπαν πως
τον έχει ξεφτιλίσει
με χρονοκαθυστέρηση
βγήκε για να μιλήσει.
Δεν με σεβάστηκε, θα πει,
το χιούμορ του είναι χλεύη,
νιώθω μεγάλη αποστροφή
σ΄ ότι αυτός πρεσβεύει.
Βρε Σωτηράκη μου τι λες
σαν τον φιλοξενούσες
πάντοτε κάποιους χλεύαζε
κι εσύ χασκογελούσες.
Συνένοχός του ήσουνα
σ’ άθλιες ιστορίες
όταν τον σιγοντάριζες
συχνά με ειρωνείες
Έκανες πάντα τουμπεκί
σ’ ότι έλεγε ο «μεγάλος»,
«σκατόκαινος περίοδος»
που λέει κι ένας άλλος.
Ίσως τώρα κατανοείς
τα τόσα σου τα λάθη
κι όλους αυτούς που λεν για σε,
μωρέ… καλά να πάθει.